αντιπρύτανης

[андипританис] ουσ. а. проректор,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αντιπρύτανης" в других словарях:

  • αντιπρύτανης, ο, -η — καθηγητής ανώτατης σχολής εκλεγμένος για να διαδεχτεί τον πρύτανη: Ο αντιπρύτανης αντικατασταίνει τον πρύτανη σε ορισμένες περιστάσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παραπρύτανις — άνεως, ὁ, Α αντικαταστάτης ή βοηθός τού πρύτανη, αντιπρύτανης …   Dictionary of Greek

  • υποπρύτανις — άνεως, ὁ, Α αντιπρύτανης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + πρύτανις] …   Dictionary of Greek

  • Αρβελέρ-Γλύκατζη, Ελένη — (Αθήνα 1926 –). Ιστορικός βυζαντινολόγος και πανεπιστημιακός, μία από τις πιο διακεκριμένες Ελληνίδες επιστήμονες σε διεθνές επίπεδο. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές της στη Γαλλία, με υποτροφία της …   Dictionary of Greek

  • Κίνγκμαν, Τζον Φρανκ Τσαρλς — (John Frank Charles Kingman, Μπέκενχαμ, Κεντ 1939 –). Άγγλος μαθηματικός. Παρά το γεγονός ότι δεν ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο κολέγιο Πέμπροουκ του Κέιμπριτζ, το 1962 ονομάστηκε βοηθός λέκτορα στο ίδιο κολέγιο και το 1964 προήχθη σε λέκτορα …   Dictionary of Greek

  • Κιτσίκης, Νικόλαος — (Ναύπλιο 1887 – Αθήνα 1978). Πολιτικός μηχανικός, πανεπιστημιακός και πολιτευτής. Φοίτησε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ), στο πολυτεχνείο Σαρλότενμπουργκ του Βερολίνου και στη Σχολή Γεφυρών και Οδοστρωμάτων στο Παρίσι. Σπούδασε επίσης… …   Dictionary of Greek

  • Ραντχακρίσναν Σαρβιπάλι — (1888 – 1975). Ινδός πολιτικός και φιλόσοφος. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Μαντράς. Mεταξύ 1918 και 1921 ήταν καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Μισόρης και από το 1921 μέχρι το 1931 δίδαξε φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Καλκούτας.… …   Dictionary of Greek

  • Ρόσκοου, σερ Χένρι Ένφιλντ — (Roscoe, 1833 – 1915).Άγγλος χημικός. Υπήρξε μαθητής του Μπάνσεν και του Γκράχαμ. Αργότερα διετέλεσε καθηγητής της χημείας στο Μάντσεστερ (1858 86) και αντιπρύτανης του πανεπιστήμιου του Λονδίνου. Στον Ρ. οφείλονται θεμελιώδεις έρευνες στον τομέα …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.